ἄρω

ἄρον
cuckoo-pint
neut nom/voc/acc dual
ἄρον
cuckoo-pint
neut gen sg (doric aeolic)
ἄ̱ρω , ἀρόω
plough
imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)
ἀρόω
plough
pres imperat act 2nd sg (doric aeolic)
ἄ̱ρω , αἴρω
attach
aor ind mid 2nd sg (doric aeolic)
ἄ̱ρω , αἴρω
attach
aor subj act 1st sg
ἄ̱ρω , αἴρω
attach
aor ind mid 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αρώ — ἀρῶ ( όω) (Α) 1. οργώνω, καλλιεργώ 2. σπείρω 3. (για άνδρα) συνουσιάζομαι και τεκνοποιώ 4. παθ. ( ούμαι) γεννιέμαι 5. μέσ. καρπούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αρόω βασίζεται σε πρωταρχικό αθέματο ΙΕ. ενεστώτα δισύλλαβης ρίζας, στην οποία η δεύτερη συλλαβή… …   Dictionary of Greek

  • -άρω — [ΕΤΥΜΟΛ. Ξενικής προελεύσεως κατάληξη ρημάτων της νέας Ελληνικής, που δηλώνουν κυρίως ενέργεια ή σπανιότερα κατάσταση. Το ληκτικό μόρφημα άρω, που εμφανίζει σημαντική παραγωγική δύναμη, απαντά σε νεοελληνικά ρήματα ιταλικής προελεύσεως (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • ἁρῶ — ἀ̱ρῶ , ἀείρω attach fut ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀ̱ρῶ , ἀράομαι pray to imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀρῶ , ἀράομαι pray to pres imperat mp 2nd sg ἀρῶ , ἀράζω snarl fut ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀρῶ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρῶ — ἀ̱ρῶ , ἀείρω attach fut ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀ̱ρῶ , ἀράομαι pray to imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀράομαι pray to pres imperat mp 2nd sg ἀράομαι pray to imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) ἀράζω snarl fut ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρῷ — ἀράζω snarl fut opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρῳ — ἄρον cuckoo pint neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τζαβετ(τ)άρω — Ν συνδέω σιδερένια ελάσματα με γυρωτικούς ήλους, με τζαβέτες. [ΕΤΥΜΟΛ. < τζαβέτ(τ)α + κατάλ. άρω (πρβλ. παρκ άρω, σοφ άρω)] …   Dictionary of Greek

  • πλισ(σ)άρω — Ν κατασκευάζω πτύχωση σε ένα ύφασμα, κάνω πλισ(σ)έ. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. plisser «διπλώνω» < λατ. plico «πτυχώνω, διπλώνω»] …   Dictionary of Greek

  • ὤρω — ἄρω , ἄρον cuckoo pint neut nom/voc/acc dual ἄρω , ἄρον cuckoo pint neut gen sg (doric aeolic) ἄ̱ρω , ἀρόω plough imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἄρω , ἀρόω plough pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἄ̱ρω , αἴρω attach aor ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὤρῳ — ἄρῳ , ἄρον cuckoo pint neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.